Αναμφισβήτητα, το διαζύγιο αποτελεί μία από τις πιο δύσκολες μεταβατικές περιόδους για μια οικογένεια. Μπορεί να σηματοδοτεί το τέλος μιας συζυγικής σχέσης, όμως για τα παιδιά αποτελεί την αρχή μιας νέας πραγματικότητας, γεμάτη αλλαγές, ερωτήματα και συναισθήματα που συχνά δυσκολεύονται να εκφράσουν.
Αυτό ήταν και το θέμα του νέου επεισοδίου της εκπομπής «ΧΡΩΜΑΤΑ ΖΩΗΣ», με τη Χριστίνα Γεωργίου όπου φιλοξενήσαμε την Σχολική/Εκπαιδευτική Ψυχολόγο Παναγιώτα Γεωργίου, με στόχο να αναλύσουμε τις επιπτώσεις του διαζυγίου στη σχέση γονέα – παιδιού, αλλά και να αναδείξουμε πρακτικούς τρόπους στήριξης των παιδιών.
Όπως εξήγησε η κ. Γεωργίου, κάθε παιδί βιώνει διαφορετικά τον χωρισμό των γονιών του, με την ηλικία, την προσωπικότητά του και το οικογενειακό περιβάλλον να παίζουν καθοριστικό ρόλο. Κοινός παρονομαστής, ωστόσο, είναι η ανάγκη για ασφάλεια, σταθερότητα και ξεκάθαρα μηνύματα ότι εξακολουθεί να αγαπιέται και από τους δύο γονείς.
Στη συζήτηση καταρρίφθηκε και ένας από τους πιο διαδεδομένους μύθους γύρω από το διαζύγιο: ότι ένα παιδί δεν επηρεάζεται εφόσον δεν υπάρχουν έντονες συγκρούσεις στο σπίτι. Στην πραγματικότητα, τα παιδιά αντιλαμβάνονται τις αλλαγές στο οικογενειακό κλίμα, ακόμη κι όταν οι εντάσεις δεν εκφράζονται ανοιχτά. Συχνά εκδηλώνουν τη δυσφορία τους μέσα από άγχος, θυμό, ενοχές, απόσυρση ή ακόμη και δυσκολίες στη σχολική τους επίδοση.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στις αλλαγές που μπορεί να προκύψουν στη σχέση του παιδιού με τους γονείς μετά τον χωρισμό. Όπως επισημάνθηκε, είναι σημαντικό οι γονείς να αποφεύγουν να εμπλέκουν το παιδί στις μεταξύ τους διαφωνίες ή να το τοποθετούν στη δύσκολη θέση να επιλέξει «στρατόπεδο». Η συναισθηματική επιβάρυνση που προκαλεί μια τέτοια στάση μπορεί να έχει μακροχρόνιες συνέπειες στην ψυχική του ανάπτυξη.

Παράλληλα, η ειδικός ανέδειξε τη σημασία της συνεργασίας των γονιών, ακόμη κι όταν η μεταξύ τους σχέση είναι δύσκολη. Η συνέπεια στους κανόνες, η σταθερή παρουσία και των δύο γονέων στη ζωή του παιδιού, η ειλικρινής επικοινωνία και ο αμοιβαίος σεβασμός δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε το παιδί να προσαρμοστεί πιο ομαλά στη νέα οικογενειακή πραγματικότητα.
Η συζήτηση ανέδειξε ακόμη μια σημαντική πτυχή που συχνά παραβλέπεται: τον ρόλο του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος. Παππούδες, γιαγιάδες και συγγενείς μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμο στήριγμα για ένα παιδί, αρκεί να μην το εμπλέκουν στις διαφωνίες των ενηλίκων. Οι ίδιοι οι γονείς καλούνται να θέτουν ξεκάθαρα όρια και προς τις δικές τους οικογένειες, ώστε να αποφεύγονται σχόλια, επικρίσεις ή αρνητικά λόγια για τον άλλο γονέα μπροστά στο παιδί. Όταν το παιδί ακούει ανθρώπους που αγαπά να υποτιμούν ή να κατηγορούν τον έναν από τους δύο γονείς του, συχνά βιώνει εσωτερική σύγκρουση και συναισθηματική πίεση. Η προστασία του παιδιού απαιτεί κοινή στάση και σεβασμό, όχι μόνο από τους γονείς αλλά και από όλους όσοι βρίσκονται κοντά του.
Η συζήτηση έκλεισε μ’ ένα ιδιαίτερα αισιόδοξο μήνυμα. Πολλά παιδιά καταφέρνουν όχι μόνο να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που συνοδεύουν ένα διαζύγιο, αλλά και να εξελιχθούν σε συναισθηματικά υγιείς ενήλικες. Εκείνο που κάνει τη διαφορά, σύμφωνα με τη Σχολική/Εκπαιδευτική Ψυχολόγο Παναγιώτα Γεωργίου, δεν είναι το ίδιο το διαζύγιο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι γονείς επιλέγουν να το διαχειριστούν, βάζοντας τις ανάγκες του παιδιού πάνω από τις προσωπικές τους διαφορές.
Θα έλεγε, λοιπόν, κανείς ότι ο χωρισμός μπορεί να αλλάξει τη μορφή μιας οικογένειας, όμως δεν χρειάζεται να στερήσει από ένα παιδί την αγάπη, τη φροντίδα και την ασφάλεια που έχει ανάγκη για να μεγαλώσει υγιώς.
Γράφει η Χριστίνα Γεωργίου




