
Νέα σχολική χρονιά. Νέα αρχή. Νέα… συναισθήματα.
Για κάποια παιδιά, το πρωινό ξύπνημα και η προετοιμασία για το σχολείο μπορεί να συνοδεύονται από γκρίνια, κλάμα, ένταση ή ακόμη και σωματικά συμπτώματα, όπως πονοκέφαλο, στομαχόπονο ή ναυτία. Η άρνηση ενός παιδιού να πάει στο σχολείο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι «τεμπελιάζει» ή ότι «δεν θέλει να διαβάσει».
Σύμφωνα με την American Academy of Pediatrics, η αποφυγή του σχολείου μπορεί να συνδέεται με φόβο αποτυχίας, ακαδημαϊκές δυσκολίες, προβλήματα στις σχέσεις με συνομηλίκους, πειράγματα ή εκφοβισμό, αλλά και με άλλες δυσκολίες που το παιδί μπορεί να μην είναι σε θέση να εκφράσει εύκολα.
Η American Psychological Association (APA) επισημαίνει ότι το άγχος στο σχολικό περιβάλλον μπορεί να εκδηλώνεται με αποφυγή, έντονη ανησυχία, ευερεθιστότητα, δυσκολία συγκέντρωσης ή απόσυρση. Ένα παιδί μπορεί, για παράδειγμα, να φοβάται ότι δεν θα τα καταφέρει σε ένα διαγώνισμα ή ότι οι συμμαθητές του θα το κρίνουν ή θα το απορρίψουν.

Γι’ αυτό έχει σημασία να προσπαθούμε να ακούμε πίσω από τη φράση «δεν θέλω να πάω σχολείο» και να αναζητούμε τι μπορεί πραγματικά να κρύβεται πίσω από αυτήν. Ίσως το μήνυμα να είναι: «Κάτι εδώ με δυσκολεύει και χρειάζομαι βοήθεια».
Ο γονέας μπορεί να ξεκινήσει με απλές, ανοιχτές ερωτήσεις:
- «Θα μου άρεσε αν μου έλεγες τι είναι αυτό που σε δυσκολεύει περισσότερο στο σχολείο;»
- «Θες να μου πεις, ποια στιγμή της ημέρας είναι η πιο δύσκολη για σένα;»
- «Υπάρχει κάτι που φοβάσαι ότι μπορεί να συμβεί;»
- «Υπάρχει κάποιος στο σχολείο με τον οποίο νιώθεις ασφαλής;»
Στόχος δεν είναι να δώσουμε αμέσως λύση, αλλά πρώτα να καταλάβουμε τι βιώνει το παιδί. Να ακούσουμε χωρίς να το πιέσουμε και χωρίς να υποτιμήσουμε αυτό που αισθάνεται.
Όπως επισημαίνει η APA, όλα τα παιδιά μπορεί να αισθανθούν άγχος κατά περιόδους. Χρειάζεται, όμως, μεγαλύτερη προσοχή όταν το άγχος είναι επίμονο ή τόσο έντονο ώστε να επηρεάζει τη σχολική, κοινωνική ή καθημερινή λειτουργικότητα του παιδιού.
Επομένως, πίσω από το «δεν θέλω να πάω σχολείο» αξίζει να αναζητήσουμε το «τι είναι αυτό που με δυσκολεύει;» και όχι να σταθούμε μόνο στη συμπεριφορά που βλέπουμε.
Ο ρόλος του γονέα δεν είναι να έχει όλες τις απαντήσεις. Είναι να δημιουργήσει έναν ασφαλή χώρο, όπου το παιδί θα μπορεί να μιλήσει χωρίς να φοβάται ότι θα κριθεί, θα συγκριθεί ή θα χαρακτηριστεί ως «τεμπέλικο» ή «υπερβολικό».

Και κάποιες φορές, το πιο σημαντικό που μπορούμε να πούμε είναι απλό:
«Σε ακούω. Βλέπω ότι κάτι σε δυσκολεύει. Δεν χρειάζεται να το αντιμετωπίσεις μόνος σου. Θα προσπαθήσουμε να το καταλάβουμε και να το αντιμετωπίσουμε μαζί.»
Γιατί πίσω από μια δύσκολη συμπεριφορά μπορεί να υπάρχει ένα παιδί που προσπαθεί, με τον δικό του τρόπο, να μας δείξει ότι χρειάζεται βοήθεια.
Γράφει η Χριστίνα Γεωργίου


