
Λίγοι θα αμφισβητούσαν ότι η σχέση μ’ ένα παιδί στην εφηβεία δεν θυμίζει πια εκείνη των μικρότερων χρόνων – και αυτό φαίνεται κυρίως στην καθημερινή επικοινωνία. Τα μικρότερα παιδιά μιλούν πιο εύκολα, δείχνουν σιγουριά, έχουν έναν αυθόρμητο «εγωισμό» που τα κάνει να εκφράζονται χωρίς δεύτερη σκέψη.
Στην εφηβεία όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Οι έφηβοι συχνά κλείνονται στον εαυτό τους, παλεύουν να καταλάβουν ποιοι είναι και προσπαθούν να βρουν τη θέση τους σε έναν κόσμο που μοιάζει όλο και πιο απαιτητικός. Δεν λένε πάντα τι τους απασχολεί και ειδικά στους γονείς τους μπορεί να κρατούν αποστάσεις.
Κι όμως, πίσω από αυτή τη σιωπή, υπάρχει μια βαθιά ανάγκη: να νιώθουν ότι κάποιος είναι εκεί. Όχι για να τους πιέσει, αλλά για να τους ακούσει όταν θα είναι έτοιμοι. Να ξέρουν πως, ό,τι κι αν συμβεί, έχουν ένα σταθερό σημείο στήριξης. Έναν άνθρωπο που δεν φεύγει, δεν κρίνει, αλλά μένει δίπλα τους.
Είναι που μοιάζουν να μεγαλώνουν… απότομα
Στην εφηβεία, τα παιδιά μοιάζουν να μεγαλώνουν απότομα. Κάνουν περισσότερα πράγματα μόνα τους, ζητούν χώρο, παίρνουν πρωτοβουλίες – και κάπου εκεί, εύκολα ξεχνάμε ότι μέσα τους παραμένουν ακόμη παιδιά.
Κι ενώ δείχνουν πιο δυνατά και ανεξάρτητα, τα λόγια ενθάρρυνσης αρχίζουν να αραιώνουν. Σαν να θεωρούμε πως δεν τα χρειάζονται πια. Κι όμως… ίσως τώρα να τα χρειάζονται περισσότερο από ποτέ.
Γιατί πίσω από αυτή τη φαινομενική αυτονομία, υπάρχει ακόμα η ανάγκη για αποδοχή, για επιβεβαίωση, για ένα απλό «είμαι εδώ για σένα» ή «είμαι περήφανος για σένα». Λόγια που μπορεί να μη ζητήσουν, αλλά τα κρατούν μέσα τους πιο δυνατά απ’ όσο φανταζόμαστε.

«Είμαι εδώ για σένα, ό,τι κι αν γίνει»
Γιατί είναι σημαντικό; Δημιουργεί ένα «δίχτυ ασφαλείας» που βοηθά τον έφηβο να παίρνει υγιή ρίσκα και να αντιμετωπίζει δυσκολίες. Σύμφωνα με τον Αμερικανό καθηγητή ψυχολογίας Laurence Steinberg, και το Age of Opportunity: Lessons from the New Science of Adolescence (2014), η γονεϊκή υποστήριξη σχετίζεται με λιγότερο άγχος και καλύτερη προσαρμογή. Την ίδια ώρα, όπως τονίζεται, οι έφηβοι με υποστηρικτικούς γονείς έχουν λιγότερες πιθανότητες για επικίνδυνες συμπεριφορές.
«Είμαι περήφανος/η για την προσπάθειά σου»
Γιατί είναι σημαντικό; Η έμφαση στην προσπάθεια (όχι μόνο στο αποτέλεσμα) ενισχύει την ανθεκτικότητα και το growth mindset – δηλαδή, την νοοτροπία ανάπτυξης. Όπως τονίζει το Stanford Center for Teaching and Learning, το growth mindset, νοοτροπία, δηλαδή, ανάπτυξης είναι η πεποίθηση ότι οι ικανότητες, η νοημοσύνη και τα ταλέντα μπορούν να αναπτυχθούν μέσω της προσπάθειας, της μάθησης και της επιμονής. Αντίθετα με τη «σταθερή νοοτροπία» (fixed mindset), όσοι έχουν growth mindset βλέπουν τις προκλήσεις και την αποτυχία ως ευκαιρίες για εξέλιξη, όχι ως καθοριστικά εμπόδια.
Σύμφωνα, μάλιστα, με την Carol Dweck και το Mindset: The New Psychology of Success (2006) τα παιδιά που επαινούνται για την προσπάθεια αναπτύσσουν μεγαλύτερη επιμονή. Μάλιστα, η έμφαση στην προσπάθεια, συνδέεται με καλύτερες ακαδημαϊκές και συναισθηματικές επιδόσεις.
«Σ’ αγαπώ»
Γιατί έχει τόσο μεγάλη σημασία; Αρχικά, η λέξη «σ’ αγαπώ», δίνει στον έφηβο συναισθηματική ασφάλεια, μπορεί να λειτουργήσει ως «βάση» για αυτοπεποίθηση και οποιεσδήποτε σχέσεις, ενώ την ίδια ώρα, υπενθυμίζει ότι η αγάπη των γονιών δεν εξαρτάται από επιδόσεις ή συμπεριφορά. Γενικότερα, η αναπτυξιακή ψυχολογία τονίζει ότι η συχνή και ειλικρινής έκφραση αγάπης συνδέεται με καλύτερη ψυχική υγεία.

Πιο συγκεκριμένα, σε πολλές μελέτης της καθηγήτριας ψυχολογίας Susan Harter δείχνουν ότι οι έφηβοι που νιώθουν αγαπητοί έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση. Το The Construction of the Self: A Developmental Perspective ((1999), αποδεικνύει ότι η αντιλαμβανόμενη αποδοχή από τους γονείς είναι βασικός παράγοντας της αυτοεκτίμησης, ενώ σύμφωνα με την ίδια η αυτοεκτίμηση στην εφηβεία επηρεάζεται έντονα από το αν ο έφηβος νιώθει ότι τον αγαπούν όπως είναι, όχι υπό όρους.
Θα έλεγε κανείς ότι η γονεϊκή στάση λειτουργεί ως «καθρέφτης», μέσα από τον οποίο ο έφηβος διαμορφώνει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Ο τρόπος που του μιλούν και τον αντιμετωπίζουν οι γονείς γίνεται η εσωτερική «φωνή» με την οποία μαθαίνει να βλέπει τον εαυτό του.
Γράφει η Χριστίνα Γεωργίου






