
Σε πτωτική πορεία φαίνεται να κινείται ο πληθυσμός της Ευρώπης, η οποία διανύει τις πιο βαθιές μεταβολές της σύγχρονης ιστορίας της στο δημογραφικό. Τα τελευταία στοιχεία δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού, καθώς τρία στα τέσσερα ευρωπαϊκά νοικοκυριά δεν έχουν παιδιά.
Την ίδια ώρα, η γήρανση του πληθυσμού αναμένεται να αλλάξει ριζικά την κοινωνική και οικονομική δομή της Ευρώπης. Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της Eurostat, μέχρι το 2100 περίπου ένας στους τρεις Ευρωπαίους θα είναι άνω των 65 ετών, γεγονός που θα επιβαρύνει σημαντικά τα συστήματα υγείας, συντάξεων και εργασίας.
Το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, μόλις το 23,4% των νοικοκυριών στην ΕΕ (47,4 εκατ. από 203,1 εκατ. συνολικά) είχαν παιδιά. Τα περισσότερα από αυτά αφορούσαν σε ζευγάρια με παιδιά (14,7%), ακολουθούν άλλες μορφές νοικοκυριών με παιδιά (5,6%) και μονογονεϊκές οικογένειες (3%). Το υπόλοιπο 76,6% των νοικοκυριών δεν είχε παιδιά: ενήλικες που ζούσαν μόνοι τους (37,5%), ζευγάρια χωρίς παιδιά (24,1%) και λοιπά νοικοκυριά (15,1%).
Ο πληθυσμός της ΕΕ υπολογίζεται ότι θα μειωθεί κατά περίπου 53 εκατομμύρια ανθρώπους στο τέλος του αιώνα, δεδομένου ότι η χαμηλή γονιμότητα παρατηρείται σε σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και όχι μόνο λόγω προσωπικών επιλογών για μη δημιουργία οικογένειας.
Η γενική τάση, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν χώρες στην Ευρώπη που θα αυξήσουν το πληθυσμό τους. Μέχρι το 2100, το Λουξεμβούργο αναμένει εντυπωσιακή αύξηση άνω του 36%, ενώ η Ισλανδία και η Μάλτα επίσης καταγράφουν ισχυρή άνοδο. Οι μεγαλύτερες μειώσεις προβλέπονται σε χώρες της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης, ενώ μεταξύ των χωρών όπου αναμένεται μείωση άνω του 30% βρίσκεται και η Ελλάδα.

Συντριπτική μειονότητα τα νοικοκυριά με πολλά παιδιά
Μεταξύ του 2016 και του 2025, ο αριθμός των μονοπρόσωπων νοικοκυριών χωρίς παιδιά αυξήθηκε κατά 19,2% (από 63,9 εκατομμύρια σε 76,1 εκατομμύρια) και ο αριθμός των νοικοκυριών που αποτελούνται από ζευγάρια χωρίς παιδιά αυξήθηκε κατά 3,3% (από 47,3 εκατομμύρια σε 48,9 εκατομμύρια). Όλες οι άλλες κατηγορίες – ζευγάρια με παιδιά, μονογονεϊκές οικογένειες, πολυμελή νοικοκυριά – κινούνται οριζόντια ή πτωτικά.
Στον αντίποδα, ο αριθμός των νοικοκυριών με ζευγάρια και παιδιά μειώθηκε κατά 6,3% (από 31,9 εκατομμύρια σε 29,9 εκατομμύρια), ενώ οι λοιποί τύποι νοικοκυριών με παιδιά μειώθηκαν κατά 3,5% (από 11,8 εκατομμύρια σε 11,4 εκατομμύρια).
Το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών με παιδιά καταγράφηκε στη Σλοβακία (35,4%), την Ιρλανδία (30,8%) και την Κύπρο (28,2%). Στο αντίθετο άκρο βρισκόταν η Φινλανδία (18,2%), η Λιθουανία (18,4%) και η Γερμανία (19,9%).
Το 2025, το 50,2% των νοικοκυριών της ΕΕ με παιδιά είχε ένα παιδί, το 37,6% είχε δύο παιδιά και το 12,2 % είχε τρία ή περισσότερα παιδιά. Τα υψηλότερα ποσοστά αυτής της κατηγορίας συγκεντρώνουν η Πορτογαλία (61,8 % του συνόλου των νοικοκυριών με παιδιά), τη Βουλγαρία (60,4%) και η Μάλτα (59,5 %).
Στο σύνολο της ΕΕ, η Ελλάδα κατατάσσεται ελαφρώς υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ωστόσο τα επιμέρους στοιχεία δεν αφήνουν πολλά περιθώρια εφησυχασμού. Περίπου το 26,5% των ελληνικών νοικοκυριών είχε παιδιά το 2025, έναντι περίπου 23,5% για το σύνολο της ΕΕ. Ωστόσο, τα περισσότερα έχουν ένα ή δύο παιδιά, ενώ τα νοικοκυριά με τρία ή περισσότερα παιδιά είναι συντριπτικά λιγότερα.
Η Ελλάδα, με οικονομία που χτυπήθηκε σκληρά από την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, ακολουθεί αυτή την ευρωπαϊκή τάση ενισχυμένη: η αστικοποίηση, το υψηλό κόστος στέγης και η επισφάλεια στην αγορά εργασίας ωθούν όλο και περισσότερους νέους σε μονοπρόσωπα νοικοκυριά — και όλο και πιο αργά, αν ποτέ, στη δημιουργία οικογένειας.
Ο καθοριστικός ρόλος της μετανάστευσης
Οι ειδικοί συμφωνούν ότι ο βασικότερος παράγοντας που εξηγεί τις διαφορές μεταξύ των χωρών είναι η μετανάστευση. Οι χώρες που καταφέρνουν να προσελκύουν σταθερά μετανάστες έχουν καλύτερες δημογραφικές προοπτικές, ακόμα και αν η γονιμότητα παραμένει χαμηλή.
Αντιθέτως, χώρες με αρνητικό ισοζύγιο μετανάστευσης και χαμηλή γονιμότητα αντιμετωπίζουν ταχύτερη συρρίκνωση. Η ηλικιακή δομή παίζει επίσης σημαντικό ρόλο, καθώς οι χώρες με γηρασμένο πληθυσμό έχουν λιγότερους ανθρώπους σε αναπαραγωγική ηλικία, γεγονός που ενισχύει τον φαύλο κύκλο της μείωσης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Σλοβακία, η οποία παρότι καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών με παιδιά, αναμένεται να χάσει περίπου το 26,7% του πληθυσμού της έως το 2100. Αυτό το παράδοξο, σύμφωνα με το δρα Τόμας Σομπότκα από το Ινστιτούτο Δημογραφίας της Βιέννης, εξηγείται αν συνυπολογιστεί ο παράγοντας των μεταναστευτικών ροών σε συνδυασμό με την ηλικιακή δομή του πληθυσμού.
Και μπορεί η Σλοβακία να έχει σήμερα σχετικά περισσότερα νοικοκυριά με παιδιά, αλλά ταυτοχρόνως υφίσταται brain drain προς τη Δυτική Ευρώπη, κυρίως την Αυστρία και τη Γερμανία, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της να συρρικνώνεται παρά τη σχετικά καλύτερη γονιμότητα.



