Από Μερόπη Τούμπα, Παιδοενδοκρινολόγο

Η παχυσαρκία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα δημόσιας υγείας και από το 1948 έχει αναγνωριστεί ως νόσος από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Τα τελευταία χρόνια τείνει να λάβει διαστάσεις πανδημίας, αφού η συχνότητά της αυξάνεται δραματικά. Στη χώρα μας το 22% των αγοριών στην παιδική και εφηβική ηλικία είναι υπέρβαρα και το 9.5% παχύσαρκα. Αντίστοιχα το 18.5% των κοριτσιών στην παιδική και εφηβική ηλικία είναι υπέρβαρα και το 7% παχύσαρκα.

Για την εκτίμηση της παχυσαρκίας στα παιδιά και τους εφήβους χρησιμοποιείται ο Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) (kg/m2), ο οποίος κατανέμεται σε εκατοστιαίες θέσεις, ανάλογα με την ηλικία και το φύλο. Σύμφωνα με αυτές τις καμπύλες, αν ο ΔΜΣ του παιδιού είναι μεγαλύτερος από την 95η εκατοστιαία θέση, τότε θεωρείται παχύσαρκο, ενώ αν είναι μεταξύ 85ης και 95ης θέσης, θεωρείται υπέρβαρο.

Κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης των παιδιών υπάρχουν τρεις περίοδοι που θεωρούνται κρίσιμες για την εμφάνιση της παχυσαρκίας: η εμβρυϊκή ζωή, η ηλικία των 4-7 ετών και η εφηβεία. Η κατάσταση θρέψης στην εμβρυϊκή ηλικία θεωρείται κρίσιμη για τη μετέπειτα ανάπτυξη και την εν γένει υγεία του εμβρύου. Συγκεκριμένα, η υποθρεψία του εμβρύου, που εκφράζεται με το χαμηλό βάρος γέννησης για την ηλικία κύησης, συνδυάζεται με αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών, όπως είναι η ανάπτυξη παχυσαρκίας και μεταβολικού συνδρόμου στην ενήλικο ζωή. Το φαινόμενο αυτό συμβαίνει σε βρέφη με  ταχεία αύξηση του βάρους τους πριν τον 6ο μήνα ζωής. Ο θηλασμός δρα προστατευτικά σε όλα τα νεογέννητα. Στο 4ο με 7ο έτος της ζωής λαμβάνει χώρα η φυσιολογική αναστροφή του ΔΜΣ. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι η πρώιμη εμφάνιση της αναστροφής του ΔΜΣ συνοδεύεται με την πρώιμη εμφάνιση της παχυσαρκίας στην ενήλικο ζωή. Τέλος, η εφηβεία αποτελεί περίοδο αυξημένου κινδύνου για την ανάπτυξη παχυσαρκίας, αφού συνοδεύεται από φυσιολογική αλλαγή της κατανομής του λιπώδους ιστού και αυξημένη αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης.

Η παχυσαρκία οφείλεται κατά 95% σε διατροφικά αίτια, δηλαδή σε κακή διαχείριση των θερμίδων όσον αφορά στην πρόσληψη και στην κατανάλωση θερμίδων, σε κακή ποιότητα τροφής και στον τρόπο ζωής. Τόσο τα γονίδια, όσο και το περιβάλλον επιδρούν στην εμφάνιση της παιδικής παχυσαρκίας. Τα παιδιά των οποίων και οι δύο γονείς είναι παχύσαρκοι, έχουν 80% πιθανότητα να γίνουν παχύσαρκα. Αν μόνον ο ένας γονιός είναι παχύσαρκος, τότε η πιθανότητα είναι 40% και, τέλος, μειώνεται στο 8% αν κανένας από τους δύο γονείς δεν είναι παχύσαρκος.

Πιστεύεται ότι στα παχύσαρκα άτομα κληρονομείται η τάση για παχυσαρκία. Αυτό αφορά στα γονίδια που επηρεάζουν κυρίως τη διατροφική συμπεριφορά, την κατανομή του λίπους, τον μεταβολικό ρυθμό, τη θερμογένεση και τη λιπόλυση. Τα γονίδια αυτά που ως επί το πλείστο παραμένουν άγνωστα, επιδρούν στον φαινότυπο της παχυσαρκίας, του οποίου όμως η τελική έκφραση είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης γονιδίων και περιβάλλοντος. Το ερώτημα που παραμένει άλυτο είναι γιατί σε μερικά άτομα η αλληλεπίδραση αυτή προκαλεί παχυσαρκία και σε άλλα όχι. Πρόσφατα έχει ανακαλυφθεί το γονίδιο FTO (fat mass and obesity related gene) του οποίου πολλαπλοί μονο-νουκλεοτιδικοί πολυμορφισμοί συνδυάζονται με αύξηση του ΔΜΣ. Άτομα ομόζυγα στους «υψηλού κινδύνου» πολυμορφισμούς των αλληλίων του γονιδίου ζυγίζουν τρία και πλέον κιλά περισσότερο από τα άτομα που δεν παρουσιάζουν τέτοιους πολυμορφισμούς. Επίσης έρευνες κατέδειξαν ότι τα «υψηλού κινδύνου» αλλήλια συσχετίζονται με τάση για αυξημένη πρόσληψη θερμίδων από άτομα που τα φέρουν.

Ενδοκρινολογικά αίτια όπως το σύνδρομο Cushing, ανεπάρκεια λεπτίνης και η υποθαλαμική παχυσαρκία καθώς και σύνδρομα όπως Prader-Willi, Bardet-Biedl, Alstrom κλπ αποτελούν σπάνια αίτια που καλύπτουν λιγότερο από το 5% της συνολικής αιτιολογίας της παχυσαρκίας.

Για τη θεραπεία της παιδικής παχυσαρκίας απαιτείται πολυδιάστατη προσέγγιση, η οποία πρέπει να στοχεύει στην εκπαίδευση, στη διαιτητική παρέμβαση με περιορισμό των θερμίδων, στην αύξηση της δραστηριότητας και της άσκησης, στην αλλαγή του τρόπου ζωής και στην αλλαγή της συμπεριφοράς. Απαραίτητη είναι η ισορροπία των θρεπτικών συστατικών και η κατανομή των γευμάτων κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ωστόσο, από τις περισσότερες μελέτες προκύπτει ότι η παχυσαρκία δεν σχετίζεται τόσο με τον υπερσιτισμό, όσο με την κατανάλωση τροφών υψηλής θερμιδικής αξίας και υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος. Επειδή στην παιδική ηλικία θεραπεία είναι η πρόληψη, η πρώιμη αναγνώριση των παιδιών υψηλού κινδύνου για ανάπτυξη παχυσαρκίας είναι επιτακτική. Επιπλέον, η παρακολούθηση των παχύσαρκων παιδιών και εφήβων πρέπει να γίνεται σε καλά οργανωμένες μονάδες.

Πηγή:iliaktida.eu