
Πέντε κοινωνικοί λειτουργοί σε σχολεία τριών επαρχιών επιχειρούν να καλύψουν ένα σημαντικό κενό στη στήριξη των παιδιών. Η πιλοτική εφαρμογή του θεσμού θα δοκιμαστεί στην εμπιστοσύνη των γονιών, στη συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς και στην έγκαιρη ανταπόκριση των αρμόδιων υπηρεσιών.
Οι δυσκολίες ενός παιδιού στο σχολείο δεν αρχίζουν πάντοτε μέσα στην τάξη. Πίσω από τις συχνές απουσίες, την απομόνωση ή μια απότομη αλλαγή συμπεριφοράς μπορεί να βρίσκονται οικογενειακές εντάσεις, οικονομική πίεση, μια ασθένεια ή ένας χωρισμός. Ο εκπαιδευτικός συχνά αντιλαμβάνεται τα σημάδια, χρειάζεται όμως υποστήριξη για να διερευνηθούν τα αίτια και να βοηθηθεί ουσιαστικά το παιδί.
Σε αυτή την ανάγκη επιχειρεί να απαντήσει ο θεσμός του σχολικού κοινωνικού λειτουργού, ο οποίος εφαρμόζεται πιλοτικά από την 1η Σεπτεμβρίου 2026 σε επιλεγμένα δημοτικά σχολεία και γυμνάσια της Λευκωσίας, της Λεμεσού και της Λάρνακας.
Όπως εξηγεί σε κείμενό του ο Δρ Στέφανος Σπανέας, το πρόγραμμα στηρίζεται στη σύνδεση τριών κρίσιμων πεδίων: του σχολείου, της οικογένειας και των υπηρεσιών της κοινότητας. Πέντε κοινωνικοί λειτουργοί εργάζονται υπό την εποπτεία συντονιστή, με στόχο να εντοπίζουν ανάγκες, να στηρίζουν οικογένειες και να διευκολύνουν την πρόσβασή τους στην κατάλληλη βοήθεια.

Συνεργασία μέσα και έξω από το σχολείο
Ο σχολικός κοινωνικός λειτουργός εντάσσεται στην ομάδα υποστήριξης του μαθητή. Σύμφωνα με το πλαίσιο που παρουσιάζει ο Δρ Σπανέας, οι εισηγήσεις διαμορφώνονται σε συνεργασία με τη διεύθυνση του σχολείου, τον σύμβουλο επαγγελματικής αγωγής και τον εκπαιδευτικό ψυχολόγο.
Η συμβολή του επικεντρώνεται στις κοινωνικές και οικογενειακές συνθήκες που επηρεάζουν τη σχολική ζωή. Μέσα από την επικοινωνία με τους γονείς, την αξιολόγηση των αναγκών και τη συνεργασία με αρμόδιες υπηρεσίες, επιδιώκεται να διαμορφωθεί μια πληρέστερη εικόνα για όσα αντιμετωπίζει το παιδί.
Οι κοινωνικοί λειτουργοί του προγράμματος έχουν λάβει εξειδικευμένη κατάρτιση δώδεκα ενοτήτων, η οποία καλύπτει, μεταξύ άλλων, την παιδική προστασία, τη συνεργασία με τους γονείς, τη διαχείριση κρίσεων και την προστασία προσωπικών δεδομένων.
Το στοίχημα της εμπιστοσύνης
Η συμμετοχή της οικογένειας αποτελεί καθοριστική προϋπόθεση για την επιτυχία του εγχειρήματος. Οι γονείς μπορούν να ζητούν συνάντηση μέσω του σχολείου, να συζητούν τις δυσκολίες τους και να ενημερώνονται για διαθέσιμες υπηρεσίες και δικαιώματα.
Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή συναντά και προκαταλήψεις. Για ορισμένες οικογένειες, η παρουσία κοινωνικού λειτουργού εξακολουθεί να συνδέεται με τον έλεγχο, δημιουργώντας επιφυλάξεις απέναντι στη συνεργασία.
Ο Δρ Σπανέας υπογραμμίζει ότι αυτή η εικόνα μπορεί να αλλάξει μέσα από τη συνεπή, σεβαστική επαφή με τους γονείς. Η σαφής ενημέρωση για τον ρόλο του επαγγελματία, τη διαχείριση των προσωπικών πληροφοριών και τα όρια της εμπιστευτικότητας είναι ουσιώδης. Ιδιαίτερη σημασία έχει να εξηγείται εξαρχής ότι, όταν τίθεται ζήτημα ασφάλειας ενός παιδιού, προέχει η προστασία του.
Έγκαιρη παρέμβαση και στήριξη των εκπαιδευτικών
Ο νέος θεσμός φιλοδοξεί παράλληλα να στηρίξει τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι καλούνται καθημερινά να διαχειριστούν σύνθετες καταστάσεις που υπερβαίνουν τη διδασκαλία.
Ο εκπαιδευτικός μπορεί να αναγνωρίσει μια ανησυχητική αλλαγή και να ενημερώσει την ομάδα υποστήριξης. Ο κοινωνικός λειτουργός αναλαμβάνει τη διερεύνηση της κοινωνικής διάστασης και τη διασύνδεση με τις κατάλληλες υπηρεσίες, συμβάλλοντας στον συντονισμό της παρέμβασης.
Η έγκαιρη αναγνώριση δυσκολιών βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της προσπάθειας. Στο δημοτικό, η στήριξη επικεντρώνεται στην οικογενειακή σταθερότητα και στην προσαρμογή του παιδιού. Στο γυμνάσιο, η εφηβεία, οι σχέσεις με συνομηλίκους και η ψηφιακή καθημερινότητα δημιουργούν διαφορετικές ανάγκες, με τη συμμετοχή του ίδιου του εφήβου στις αποφάσεις που τον αφορούν να αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.

Πώς θα κριθεί η επιτυχία
Η πιλοτική εφαρμογή, με συμβατικό ορίζοντα 26 μηνών, χρειάζεται συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης. Όπως επισημαίνει ο Δρ Σπανέας, η καταγραφή του αριθμού των περιστατικών δεν αρκεί. Χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσο βελτιώνεται η φοίτηση, εντοπίζονται νωρίτερα οι δυσκολίες, ενισχύεται η συνεργασία με τις οικογένειες και αποδεσμεύεται χρόνος των εκπαιδευτικών για τη διδασκαλία.
Εξίσου κρίσιμη είναι η ανταπόκριση των υπηρεσιών στις οποίες παραπέμπονται οι οικογένειες. Η αναγνώριση μιας ανάγκης αποκτά ουσία όταν ακολουθείται από έγκαιρη βοήθεια.
Από αυτά τα αποτελέσματα θα εξαρτηθεί και η επόμενη μέρα: κατά πόσο ο θεσμός θα αποκτήσει μόνιμο πλαίσιο και θα επεκταθεί σε περισσότερα σχολεία. Το ουσιαστικό μέτρο επιτυχίας θα είναι αν ένα παιδί που δυσκολεύεται βρίσκει βοήθεια εγκαίρως — και αν το σχολείο και η οικογένειά του μπορούν πλέον να την αναζητούν μαζί.


