
Η υπερβολική χρήση των ψηφιακών συσκευών από τους γονείς μπορεί να περιορίσει την επικοινωνία με τα παιδιά.
«Μαμά, κοίτα με!», «Δες τι έφτιαξα!», «Μπαμπά, είδες τι έκανα;». Είναι μερικές από τις πιο συνηθισμένες φράσεις που ακούγονται καθημερινά σε ένα σπίτι με μικρά παιδιά. Είτε πρόκειται για μια ζωγραφιά, έναν πύργο από τουβλάκια, το παιδί έχει ανάγκη να μοιραστεί τα επιτεύγματα του με τους γονείς του.
Στη σύγχρονη καθημερινότητα, ωστόσο, η προσοχή των γονιών συχνά μοιράζεται ανάμεσα στις ανάγκες των παιδιών, την εργασία, τις υποχρεώσεις και τις ψηφιακές συσκευές. Ένα μήνυμα στο κινητό, μια ειδοποίηση ή λίγα λεπτά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν εύκολα να διακόψουν μια στιγμή επικοινωνίας.
Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό στην επιστημονική βιβλιογραφία ως «τεχνοπαρεμβολή» (technoference) και περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η χρήση της τεχνολογίας διακόπτει ή επηρεάζει τις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης γονέα και παιδιού.
Πώς επηρεάζει το κινητό την επικοινωνία με τα παιδιά
Η επικοινωνία δεν περιορίζεται στις λέξεις. Περιλαμβάνει το βλέμμα, τις εκφράσεις του προσώπου, τις χειρονομίες, τον τόνο της φωνής και κυρίως την ανταπόκριση του γονέα σε όσα προσπαθεί να εκφράσει το παιδί. Όταν ένας γονιός διακόπτει συχνά την επικοινωνία για να ελέγξει το κινητό του, μπορεί να χάνονται σημαντικές ευκαιρίες αλληλεπίδρασης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε φορά που ένας γονιός κοιτάζει το κινητό του προκαλείται κάποιο πρόβλημα στο παιδί. Η περιστασιακή απόσπαση της προσοχής είναι φυσιολογική. Σημασία έχει η συχνότητα, η διάρκεια και το κατά πόσο η χρήση της τεχνολογίας περιορίζει συστηματικά την ουσιαστική επικοινωνία.
Η γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό μέσα από την καθημερινή επικοινωνία με τους ανθρώπους γύρω τους. Όταν οι γονείς περιγράφουν όσα κάνουν, απαντούν στις ερωτήσεις των παιδιών και συμμετέχουν σε συζητήσεις μαζί τους, δημιουργούν ένα περιβάλλον πλούσιο σε γλωσσικά ερεθίσματα.
Τα παιδιά θέλουν προσοχή – Είναι σημαντικό για τη συναισθηματική τους ασφάλεια
Η σταθερή και ευαίσθητη ανταπόκριση των γονιών συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός αισθήματος ασφάλειας, το οποίο αποτελεί σημαντικό στοιχείο της συναισθηματικής ανάπτυξης.
Όταν ένα παιδί εκφράζει χαρά, φόβο, απογοήτευση ή ενθουσιασμό και ο γονιός ανταποκρίνεται με ενδιαφέρον, το βοηθά να αναγνωρίζει και να κατανοεί σταδιακά τα συναισθήματά του.
Η προσοχή, βέβαια, δεν χρειάζεται να είναι αδιάκοπη. Τα παιδιά ωφελούνται και από το ελεύθερο παιχνίδι, την ανεξάρτητη εξερεύνηση και τη δυνατότητα να απασχολούνται μόνα τους. Ο στόχος δεν είναι οι γονείς να βρίσκονται διαρκώς στη διάθεση των παιδιών, αλλά να ανταποκρίνονται με συνέπεια και ενδιαφέρον στις ανάγκες τους.
Όταν ένα παιδί φωνάζει «κοίτα με», συνήθως δεν ζητά κάτι περίπλοκο. Ζητά προσοχή από τους αγαπημένους του ανθρώπους.
Πηγή:imommy.gr


